Acrobase  

Καλώς ήρθατε στην AcroBase.
Δείτε εδώ τα πιο πρόσφατα μηνύματα από όλες τις περιοχές συζητήσεων, καθώς και όλες τις υπηρεσίες της AcroBase.
H εγγραφή σας είναι γρήγορη και εύκολη.

Επιστροφή   Acrobase > Πολιτιστικά > Λογοτεχνία
Ομάδες (Groups) Τοίχος Άρθρα acrobase.org Ημερολόγιο Φωτογραφίες Στατιστικά

Notices

Δεν έχετε δημιουργήσει όνομα χρήστη στην Acrobase.
Μπορείτε να το δημιουργήσετε εδώ

Απάντηση στο θέμα
 
Εργαλεία Θεμάτων Αξιολογήστε το θέμα Τρόποι εμφάνισης
  #1  
Παλιά 14-11-13, 14:42
Το avatar του χρήστη justin
justin Ο χρήστης justin δεν είναι συνδεδεμένος
Οργανωτής Club
 

Τελευταία φορά Online: 27-07-18 18:19
Φύλο: Άντρας
Άννα (Διήγημα)

Άννα.

Αυτόν τον άνθρωπο θα παντρευτείς, πάει και τέλειωσε, εξ’ άλλου ότι λέω εγώ γίνεται και βέβαια είναι για το καλό σου.
Η διευθύντρια του ορφανοτροφείου, η κυρία Έλλη, ήταν πάρα πολύ αυστηρή, δεν σήκωνε «μύγα στο σπαθί της» που λένε, αυτή επέλεγε τους γαμπρούς όταν τα κορίτσια της έφταναν σε ηλικία γάμου, 18 χρόνων έλεγε ο κανονισμός του ιδρύματος.
Βέβαια εδώ που τα λέμε, ήταν και ο ποιο σίγουρος τρόπος, ένα ορφανό κορίτσι που δεν γνώριζε τις τρικυμίες της ζωής, πως θα μπορούσε να παλέψει με τα πελώρια κύματα.

Η Αννούλα είχε δει μια μόνο φορά τον υποψήφιο άντρα της, είχαν μιλήσει μόνο πέντε λεπτά και φυσικά παρουσία της κυρίας Έλλης. Της είπε πως ήθελε μια γυναίκα τίμια, γυναίκα για το σπίτι, να συνεχίσει την παράδοση της οικογένειας του, «να του κάνει δηλαδή πολλά παιδιά».
Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν το βασιλόπουλο των ονείρων της, ένας υπέρβαρος, σαράντα χρόνων περίπου, αγράμματος, όπως τουλάχιστον φάνηκε από την ολιγόλεπτη συνομιλία τους.

Εκείνο το πρωινό η Αννούλα είπε στην κυρία Έλλη.
- Κυρία, κάποιο κακό προαίσθημα έχω, δεν θέλω να τον παντρευτώ, είναι πολύ μεγάλος, θα μπορούσε κι’ ο πατέρας μου να ήταν.
- Το θέμα έκλεισε της είπε, δεν θα το ξανασυζητήσουμε, ο άνθρωπος είναι πολύ καλός, θα το διαπιστώσεις με τον καιρό, η ηλικία δεν παίζει και μεγάλο ρόλο.

Η κυρία Έλλη είχε πάρει την απόφαση της, είχαν δώσει τα χέρια με τον υποψήφιο γαμπρό, εξ’ άλλου πολλά θα είχε να κερδίσει και το ίδρυμα από αυτόν τον «πλούσιο γάμο».

Πέρασαν δέκα επτά χρόνια, από τότε που μωράκι ενός χρόνου, στερήθηκε την αγκαλιά και το φιλί της μητέρας. Ποτέ δεν έμαθε για την μητέρα της, για τον πατέρα της, μα ούτε και στα βιβλία του ορφανοτροφείου υπήρχε κάτι σχετικό, το μόνο στοιχείο ήταν πως κάποιος άγνωστος ή άγνωστη, την άφησαν στα σκαλιά του ιδρύματος, μέσα στον πανικό ενός μεγάλου σεισμού. Μια χρυσή ταυτότητα με το όνομα Άννα, μα και το «μενταγιόν» που ήταν καρφιτσωμένο στο φανελάκι της και που ήταν μέσα μια φωτογραφία, μάλλον της μητέρας της.
Αυτή ήταν όλη η περιουσία της.

Βράδιασε, μόνη στο μικρό της δωματιάκι παρέα με τη μοναδική, (μικρούλα) ασπρόμαυρη φωτογραφία της μητέρας της να της μιλάει όπως έκανε πάντα λίγο πριν κοιμηθεί.
Και τώρα μανούλα τι να κάνω, αύριο πρέπει να πάρω μια πολύ μεγάλη απόφαση, να πω στην κυρία Έλη πως δέχομαι να παντρευτώ εκείνον τον άνθρωπο, ή να φύγω, να πάω όμως που μανούλα μου, μ’ ακούς; Που είσαι; Πες μου τι πρέπει να κάνω. Κι’ ο πατέρας μου, ποιος είναι, που είναι;

Περασμένα μεσάνυχτα, η Αννούλα είχε πάρει την απόφασή της. Με τα λιγοστά ρουχαλάκια της στα χέρια και χωρίς χρήματα, άνοιξε την πόρτα του δωματίου της, «απόλυτη ησυχία» πέρασε τον διάδρομο, ξεκλείδωσε την μεγάλη πόρτα και σιγά σιγά, περπατώντας στις μύτες των ποδιών της, βρέθηκε στην αυλή. Σκαρφάλωσε τη μάντρα του ιδρύματος και πήδησε στον ελεύθερο, μα άγνωστο για εκείνη κόσμο.

-Γεια σου κοπελιά, φαίνεσαι ξένη, μπορούμε να σε βοηθήσουμε, έλα μη φοβάσαι, τις είπαν δυο άντρες με παράξενη γι’ αυτήν προφορά.
Η Αννούλα όμως είχε ακούσει πολλές φορές την κυρία Έλη να της λέει για τους ανθρώπους της νύχτας, για τη ζωή στον έξω κόσμο, για τις παγίδες της.
Φοβήθηκε πολύ από την παρουσία αυτών των περίεργων ανθρώπων που την ακολουθούσαν, ένοιωθε την ανάσα τους πίσω της, για μια στιγμή αποφάσισε να γυρίσει στο ίδρυμα, μα ήταν αργά, ο ένας είδη της έφραζε το δρόμο, δεν υπήρχε λοιπόν άλλοι λύση, παρά να περάσει απέναντι.
Μπήκε στη μεγάλη λεωφόρο και άρχισε να τρέχει με όλη της τη δύναμη…

Ένα κενό αγεφύρωτο υπάρχει ακόμα στη μνήμη της, αν κι’ έχουν περάσει πολλά χρόνια, δεν κατάφερε ποτέ να το ενώσει. Έχει μείνει στο ανατριχιαστικό «στρίγκλισμα» των φρένων, ενός αυτοκινήτου και το άνοιγμα των ματιών της, στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου μετά από μια εβδομάδα.

Η κυρία Έλλη δεν έφυγε ποτέ από κοντά της, στις είκοσι μέρες που έμεινε στην εντατική, μα και οι δυο μήνες που ακολούθησαν στο νοσοκομείο μέχρι που η Αννούλα έγινε τελείως καλά.
Όλες αυτές τις μέρες, τα δάκρυα της κυρίας Έλλης δεν σταμάτησαν να αλμυρίζουν τα μάγουλα της, θεωρούσε τον εαυτό της υπεύθυνο για το φοβερό εκείνο ατύχημα.

Ένα όμορφο, ταιριαστό ζευγάρι ήταν η Κατερίνα με τον Σπύρο. Γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο, εκείνος στο τελευταίο έτος της ιατρικής και εκείνη μόλις στο πρώτο, εκείνος είκοσι πέντε χρόνων κι’ εκείνη είκοσι δύο.
Τα σκαλιά της εκκλησίας με τα λευκά τριαντάφυλλα, τα πέρασαν πολύ νωρίς παρά την αντίθετη γνώμη των οικογενειών τους.
Ο έρωτας όμως από μόνος του δεν αρκεί, χρειάζονται και τα απαραίτητα για την ζωή, σπίτι, δουλειά, χρήματα κλπ. Κι’ αυτοί ήταν ακόμα χωρίς εργασία. Αναγκάστηκαν λοιπόν να μείνουν προσωρινά, στο «πατρικό» της.

Πέρασε ένας χρόνος και το σπίτι της Κατερίνας, φιλοξενεί ακόμα ένα μέλος, την Αννούλα. Ο παππούς και η γιαγιά της, δεν χόρταιναν να καμαρώνουν την εγγονούλα τους, με το κληρονομικό, από τον πατέρα της τον Σπύρο σημάδι, το έκτο δάχτυλο στο αριστερό της πόδι.

Πέρασε λοιπόν ένας χρόνος κι’ ο Σπύρος βρίσκετε στο αγροτικό ιατρείο της Χώρας, της πρωτεύουσας του μικρού νησιού, εκεί διορίστηκε. Δυο χρόνια θα έπρεπε να μείνει μακριά από την Κατερίνα και την Αννούλα του.
Όμως με τα χρήματα τα δικά του πλέον, είχε την άνεση να βρίσκεται κοντά τους δυο φορές τον μήνα.

Ήταν έντεκα το πρωί, η Κατερίνα πήρε τα φρεσκοπλυμένα ρουχαλάκια της κόρης της και ανέβηκε στο δώμα της πολυκατοικίας να τα απλώσει, δεν χρειαζόταν και πολύ, το ελαφρό αεράκι θα τα στέγνωνε γρήγορα. Ετοιμάστηκε να φύγει, η μικρή της Αννούλα θα ξυπνούσε από ώρα σε ώρα, μα δεν πρόλαβε, ο τρομερός σεισμός την βρήκε πριν αρχίσει να κατεβαίνει τα σκαλιά, για τον τέταρτο όροφο, κρατήθηκε από τα σιδερένια κάγκελα που άρχισαν να λυγίζουν επικίνδυνα. Η Κατερίνα κατρακυλώντας πάνω στο δώμα βρέθηκε στο έδαφος, η εξαώροφη πολυκατοικία, είχε εξαφανιστεί.
Πυκνοί καπνοί και τεράστιες φλόγες ξεπηδούσαν από παντού, ότι απέμεινε καιγόταν. Μέσα σ’ αυτόν το «χαλασμό» η Κατερίνα απομακρύνθηκε τρέχοντας. Που να πήγαινε άραγε; Δεν γνώριζε, δεν θυμόταν ποια είναι, πως βρέθηκε εκεί. Το αίμα από τα τραύματα της είχε βάψει τα ρούχα της, μα δεν ένιωθε πόνο, συνέχιζε να τρέχει.
Από το δρόμο τη μάζεψε κάποιο νοσοκομειακό, που μετέφερε τραυματίες στο νοσοκομείο. Μια μεγάλη σκηνή είχε στηθεί στον προαύλιο χώρο, το κτίριο είχε «τα χάλια του». Αφού καθάρισαν τις πληγές της, της έκαναν και μερικά ράμματα που ήταν απαραίτητα στο κεφάλι της, την έστειλαν σε κάποιον άλλο χώρο για να αφήσει τα στοιχεία της.
Εκείνη όμως βρισκόταν σε έναν «άλλο κόσμο» σ’ έναν κόσμο που ποτέ της δεν γνώρισε. Φόρεσε κάποιο φόρεμα που βρήκε στα καλάθια των άπλυτων και βγήκε στο δρόμο. Τα σωστικά συνεργεία παρακολουθούσε που δούλευαν, οι ζημιές ήταν πολλές, δεκάδες πολυώροφα κτίρια είχαν καταρρεύσει.

Έφτασε στο λιμάνι, ανέβηκε τη σκάλα του επιβατικού πλοίου που αναχωρούσε για κάποιο νησί. Οι περισσότεροι πήγαιναν προσωρινά στον τόπο καταγωγής τους, τα σπίτια τους είχαν υποστεί ζημιές, μα και με το φόβο μιας μεγαλύτερης δόνησης.
Είχε νυχτώσει, τα «αφρισμένα κύματα» κοίταζε που τα φώτιζαν οι προβολείς του πλοίου, ζούσε πλέον στον δικό της κόσμο.

Το ραδιόφωνο του Σπύρου έπεσε από τα χέρια του, οι ειδήσεις έρχονται «βροχή» τα πόδια του λύγισαν, ο σεισμός ισοπέδωσε ένα μεγάλο μέρος από την όμορφη παραθαλάσσια πόλη. Και τώρα, είναι καλά όλοι τους, πώς να φύγει από το νησί, το καράβι της γραμμής θα περάσει την επόμενη μέρα, τι να κάνει, να μπορούσε να πετάξει, να τρέξει πάνω στα κύματα. Η καρδιά του πάει να σπάσει, σκέψεις τρέχουν με «ταχύτητα αστραπής» η Κατερίνα του, Η Αννούλα του, είναι καλά, που να βρίσκονται…

Τα χέρια του έχουν ματώσει, ψάχνει κι’ εκείνος μαζί με τους διασώστες μέσα στα χαλάσματα και τα αποκαΐδια να βρει κάποιο ίχνος. Κάθε στιγμή που κάποιο πτώμα ανασύρεται, φεύγει και χρόνος από τη ζωή του, η μητέρα της Κατερίνας απανθρακωμένη ίσα που μπορεί κάποιος να την αναγνωρίσει, Η Κατερίνα όμως και η μικρή του Αννούλα έχουν για πάντα χαθεί, δεν βρέθηκαν κι’ έχουν περάσει μέρες πολλές. Επομένως η ελπίδα είναι ακόμα ζωντανή. Ζωντανή δέκα επτά ολόκληρα χρόνια.

Ο κύριος Νίκος ο πατέρας της Κατερίνας, αν και μεγάλος στην ηλικία δεν το έβαζε κάτω που λέμε, είχε κάποιο κτήμα με λίγα ζώα. Ένα πανέμορφο άλογο, ήταν το καμάρι του. Ήθελε να ζήσει λίγα ακόμα χρόνια για να δει την εγγονή του, την Αννούλα του, να τρέχει με τον «αετό» του, το άλογο του δηλαδή, που αν και το είχε κρυφό, για εκείνη το αγόρασε.
Να προσέχεις τον Αετό μου «σαν τα μάτια σου» έλεγε πάντα στον άνθρωπο που είχε για το κτήμα του.

Ο κύριος Νίκος εκείνη τη μέρα κάθονταν δίπλα στην εγγονή του όταν άκουσε τον υπόκωφο θόρυβο από τα βάθη της γης, κατάλαβε, άρπαξε στα χέρια του το μωρό και έτρεξε προς την έξοδο, ούτε κατάλαβε πως βρέθηκε στο δρόμο.

Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά φωνές ψυχικού πόνου έβγαιναν από το στόμα του, η Κατερίνα του, μα και η γλυκιά του Πηνελόπη η γυναίκα του είχαν χαθεί…
Τα μάτια του σκοτείνιασαν, κάθισε στο έδαφος, με την Αννούλα στην αγκαλιά του να κλαίει ασταμάτητα, κάθισε μα για πάντα, η καρδιά του δεν άντεξε τον μεγάλο πόνο.

Πεινούσε πολύ, ένα δοχείο απορριμμάτων κοιτούσε προσπαθώντας να βρει κάτι για φαγητό. Η Κατερίνα βρισκόταν σε κάποιο νησί, μακριά από τον τόπο της, το σπίτι της, άγνωστη μεταξύ αγνώστων.

-Έλα εδώ κοπέλα μου, της είπε μια άγνωστη γυναίκα, που εκείνην τη στιγμή βρισκόταν στον κήπο του σπιτιού της. Μπορείς να με βοηθήσεις; Το αναπηρικό καροτσάκι μου πάλι σαν κάτι να έπαθε, δεν μπορώ να το κινήσω.
- Πολύ ευχαρίστως.
Η Κατερίνα πήγε κοντά της, τη βοήθησε, έσπρωξε το καροτσάκι της για λίγο και ετοιμάστηκε να φύγει.
-Πως σε λένε κοπέλα μου τη ρώτησε. Η Κατερίνα όμως δεν θυμόταν το όνομα της.
- Δεν ξέρω της απάντησε.
- Θέλεις να σε λέω Στέλλα; Ήταν το όνομα της αγαπημένης μου κόρης.
- Δεν με νοιάζει της απάντησε η Κατερίνα.
- Λοιπόν Στέλλα, εμένα με λένε Άννα και όπως βλέπεις είμαι ανάπηρη, είναι ώρα για φαγητό, θέλεις να μου κάνεις παρέα να φάμε μαζί;
- Ναι θέλω, της απάντησε. Άννα, Αννούλα, το όνομα σας θαρρώ πως το γνωρίζω, μα δεν θυμάμαι, προσπαθώ να θυμηθώ, μα δεν μπορώ…
- Είμαι σίγουρη πως κάποια μέρα θα θυμηθείς, της είπε η κυρία Άννα.

Πέρασαν δέκα επτά χρόνια η Κατερίνα (Στέλλα) μένει στο δικό της πλέον σπίτι, όλα αυτά τα χρόνια δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι της κυρίας Άννας, τη βοήθησε, την αγάπησε κι’ εκείνη της άφησε το σπίτι της, μα και ένα αρκετά μεγάλο χρηματικό ποσό.

Στο νοσοκομείο η Αννούλα περνάει τις τελευταίες μέρες, πλησιάζει η ώρα να πάρει εξιτήριο, είναι καλά πλέον, μα και χαρούμενη που η κυρία Έλλη της είπε πως δεν υπάρχει πλέον κανένα θέμα σχετικά με τον γάμο της.

- Καλημέρα Αννούλα, καλημέρα κυρία Έλλη, πως είστε σήμερα; Τους είπε ο γιατρός ο οποίος παρακολουθούσε τελευταία την πορεία της υγείας της Αννούλας.
- Καλά είμαστε κύριε Σπύρο, εσείς;
- Καλά κι’ εγώ, θα μου λείψει η παρέα σας, όμως δεν θα χαθούμε, έτσι;
- Μπορείς να σηκωθείς Αννούλα; Θέλω να κάνεις δυο, τρία βήματα, πάμε;

Έμεινε για λίγο ακίνητος κοιτάζοντας την, έβαλε το χέρι του στα μάτια του, σκέψεις πολλές περνούν και φεύγουν…
- Συμβαίνει κάτι γιατρέ;
- Όχι, μα θέλω να σε δω στο γραφείο μου κυρία Έλλη, πρέπει να κανονίσουμε το εξιτήριο της Αννούλας, ελάτε μαζί μου.
- Κυρία Έλλη, θέλω να μου πείτε ποια μέρα έφεραν την Αννούλα στο ορφανοτροφείο και αν είχε κάποια χαρτιά μαζί της, ή τέλος πάντων ότι βρήκατε επάνω της, ακόμα και τα ρούχα της, μπορείτε;
- Και βέβαια μπορώ, μα τι σχέση έχει αυτό με το εξιτήριο;
- Πείτε μου σας παρακαλώ…

Πήρε στα χέρια του αυτό το χρυσό «μενταγιόν» ήταν εκείνο που της χάρισε η μητέρα της, η Κατερίνα του, στα πρώτα της γενέθλια. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα, μα ήταν δάκρυα χαράς. Σε βρήκα Αννούλα μου έλεγε μέσα στα αναφιλητά του.
Τώρα η Άννα έπρεπε να μάθει… Με ποιο τρόπο όμως;

-Αννούλα μου, ο γιατρός θέλει να σου αποκαλύψει ένα πολύ μεγάλο μυστικό, είσαι έτοιμη αγάπη μου; Τη ρώτησε η κυρία Έλλη.
Η Άννα δεν απάντησε, όμως κάποιο δάκρυ της φάνηκε να κατηφορίζει, σα να γνώριζε την αλήθεια, κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και περίμενε να μάθει.
- Αννούλα μου, κοίταξε το πόδι μου της είπε ο γιατρός της, έχουμε και οι δυο μας το ίδιο, το έκτο δάχτυλο, βλέπεις καμιά διαφορά;
- Είμαι ο πατέρας σου αγάπη μου…

Η Κατερίνα κάθισε στην αγαπημένη της πολυθρόνα και άκουγε τις ειδήσεις όπως έκανε κάθε βράδυ. Θα είχε περάσει αρκετή ώρα, φαίνεται πως κοιμήθηκε, το όνομα που συχνά προσπαθεί η μνήμη της να ανασύρει, άκουγε και τώρα, από την τηλεόραση αυτή τη φορά.
Είμαι η Άννα και αναζητώ την μητέρα μου, έλεγε μια γλυκιά φωνή, αυτή είναι η φωτογραφία της, παρακαλώ βοηθήστε να τη βρω.
Τρόμαξε αντικρίζοντας τη δική της φωτογραφία, επιτέλους θα μπορούσε να μάθει ποια ήταν, μα δεν χρειάστηκε, η μνήμη της άνοιξε διάπλατα την πόρτα του κελιού της.

Σήκωσε το ακουστικό του τηλεφώνου και κάλεσε τον αριθμό που έβλεπε στην οθόνη της τηλεόρασης…
-Αννούλα μου, αγάπη μου, εγώ είμαι η μητέρα σου, η Κατερίνα.
Γύρισα γλυκιά μου…

Yiannis H.
__________________
Έως αν τον έτερον προπέσειν
Απάντηση με παράθεση
Οι παρακάτω χρήστες έχουν πει 'Ευχαριστώ' στον/στην justin για αυτό το μήνυμα:
Xenios (14-11-13)
  #2  
Παλιά 14-11-13, 15:14
Το avatar του χρήστη Xenios
Xenios Ο χρήστης Xenios δεν είναι συνδεδεμένος
Administrator
 

Τελευταία φορά Online: 12-11-16 10:12
Φύλο: Άντρας
Πολύ γλυκό!
__________________
όταν γράφεται η ιστορία της ζωής σου,
μην αφήνεις κανέναν να κρατάει την πένα
Απάντηση με παράθεση
Οι παρακάτω χρήστες έχουν πει 'Ευχαριστώ' στον/στην Xenios για αυτό το μήνυμα:
justin (14-11-13)
Απάντηση στο θέμα


Συνδεδεμένοι χρήστες που διαβάζουν αυτό το θέμα: 1 (0 μέλη και 1 επισκέπτες)
 
Εργαλεία Θεμάτων
Τρόποι εμφάνισης Αξιολογήστε αυτό το θέμα
Αξιολογήστε αυτό το θέμα:

Δικαιώματα - Επιλογές
You may not post new threads
You may post replies
You may not post attachments
You may not edit your posts

BB code is σε λειτουργία
Τα Smilies είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας [IMG] είναι σε λειτουργία
Ο κώδικας HTML είναι σε λειτουργία

Που θέλετε να σας πάμε;


Όλες οι ώρες είναι GMT +3. Η ώρα τώρα είναι 23:33.



Forum engine powered by : vBulletin Version 3.8.2
Copyright ©2000 - 2018, Jelsoft Enterprises Ltd.